Слике страница
PDF
ePub

GREECE.

Greece, the source of light,
The world's pride,
Splendor, glory and honor,
And the crown of bravery,
Torch of Art and of the Beautiful,
Once fallen
You arose again and became great,
And you cast a glance of glory
As you used to do with such grandeur,
You the world's torch
And the great teacher.

C. Calodikes.

THE BEARDLESS AMBASSADOR

In 1586 (fifteen hundred and eighty-six), Philip II (the Second) has sent the young constable of Castile to Rome, in order to congratuiate Sixtus V (the Fifth) on his exaltation. This pope, displeased that so young an ambassador had been sent to him, said: "What! does your master want men, that he sends me a beardless ambassador?"_"If my sovereign had thought, answered the proud Spaniard, that merit consisted in the beard, he would have sent you a goat and not a gentleman."

Desire not to live long,

but to live well How long we live,

not years but actions tell.

ΕΛΛΑΣ

Ελλάς μου φωτοδότρια του κόσμου περηφάνεια

Λαμπρότης δόξα και τιμή και της ανδρείας στέμμα

Λαμπάς της τέχνης του καλού που ήσο στην αφάνεια

'Ανάνηψες, μεγάλωσες και δόξης ρίπτεις βλέμμα

Σαν πρώτα που έκύτταζες με τόσο μεγαλείο

Εσύ του κόσμου ή λαμπάς και το διδασκαλείο.

Κ. Σ. ΚΑΛΟΔΙΚΗΣ

Ο ΑΓΕΝΕΙΟΣ ΠΡΕΣΒΥΣ

Κατά το 1586 Φίλιππος Β'., είχε στείλη τον νέον κοντόσταυλον της Καστίλης εις Ρώμην ίνα συγχαρη Σίξτιν τον Ε.' επί τη αναρρήσει του εις τον θρόνον.

Ο Πάπας ούτος δυσαρεστηθείς ότι τόσον νέος πρέσβυς εστάλη πρό αυτόν είπε. Τί, μήπως και κύριός σου στερήται ανθρώπων, ώστε μου στέλλει ένα αγένειον πρέσβυν;

-Έάν ο κύριός μου, ενόμιζε, απήντησεν ο υπερήφανος Ισπανός, ότι η αξία έγκειται εις τα γένεια, θα σας ε. στελλεν ένα τράγον και όχι ένα ευπατρίδην.

Μή επιθυμής να ζής πολύν καιρόν,

αλλά να ζής καλά. Πόσον καιρόν ζώμεν,

"Όχι τα έτη αλλ' αι πράξεις λέγουν.

THE CYCLOPS

A SATYRIC DRAMA TRANSLATED FROM THE GREEK OF EURIPIDES

BY SHELLEY.

Silenus.

Ulysses.
Chorus of Satyrs. The Cyclops.

Silenus
O Bacchus, what a world of toil, both now
And ere these limbs were overworn with age,
Have I endured for thee! First, when thou fled'st
The mountain-nymphs who nursed thee, driven

(afar By the strange madness Juno sent upon thee; Then in the battle of the sons of Earth, When I stood foot by foot close to thy side, No unpropitious fellow-combatant, And, driving through his shield my winged spear, Slew vast Enceladus. Consider now, Is it a dream of which I speak to thee? By Jove, it is not, for you have the trophies ! And now I suffer more than all before. For when I heard that Juno had devised A tedious voyage for you, I put to sea With all my children quaint in searth of you, And I myself stood on the beaked prow And fixed the naked mast; and all my boys Leaning upon their oars, with splash and strain made white with foam the green and purple seaAnd so we sought you, king. We were sailing Near Malea, when an eastern wind arose,

ΟΙ ΚΥΚΛΩΠΕΣ

ΣΑΤΥΡΙΚΟΝ ΔΡΑΜΑ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΝ ΕΚ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ

ΥΠΟ ΣΕΛΕΗ.

Σιληνός

Οδυσσεύς
Χορός Σατύρων

Κύκλωπες.

Σιληνός "Ώ Βάκχε, τι κόσμον βασάνων, και τώρα, και πριν τα μέλη αυτά καταβάλη η ηλικία έχω υποφέρει διά σε! Πρώτον, όταν έφυγες από το όρος των νυμφών που σ' ανέθρεψαν, φυγών ένεκα της παραδοξου μανίας την οποίαν η “Ήρα σου έ

στειλεν. "Έπειτα εις την μάχην των υιών της Γης ότε έστάθην πόδι με πόδι στην πλευράν σου εξαίσιε πολεμιστά, και διευθύνας διά μέσου της ασπίδος του το πτερωτόν εφόνευσα τον Εγκέλαδον. Σκέψου τώρα. (μου δόρυ, Μήπως είναι όνειρον από ό,τι σου λέγω; Μα τον Δία, δεν είναι όνειρον, διότι έχεις συ τα λάφυρα. Και τώρα υποφέρω πολύ περισσότερον ή άλλοτε. Διότι όταν ήκουσα ότι η “Ήρα έσχεδίασε ένα λυπηρόν διά σε ταξείδι εις την θάλασσαν αμέσως έτρεξα με όλα τα παιδιά μου διά να σε ζητήσω, κι' ο ίδιος εστάθην εις την έμβολοειδή πρώραν και το γυμνό στερέωσα κατάρτι, κι' όλα μου τα παιδιά με τα χέρια στα κουπιά των με κόπον έπλατάγιζον και έκαμναν λευκών από αφρόν την πρασινοπόρφυρη θάΚ' έτσι σ' έζητούσαμεν, βασιλεύ. Έπλέομεν (λασσα. πλησίον του Μαλέα, ότε άνεμος ηγέρθη απηλιώτης

And drove us to this waste Aetnean rock;
The one-eyed children of the Ocean God,
The man-destroying Cyclopses, inhabit,
On this wild shore, their solitary caves,
And one of those, named Polypheme, has caught
To be his slaves; and so, for all delight (us
Of Bacchic sports, sweet dance and melody,
We keep this lawless giant's wandering flocks.
My sons, indeed, on far declivities,
Young things themselves, tend on the youngling
But I remain to fill the water casks, (sheep,
Or sweeping the hard floor or ministering
Some impious and abominable meal
To the fell Cyclops. I am wearied of it!
And now I must scrape up the littered floor,
With this great iron rake, so to receive
My absent master and his evening sheep
In a cave neat and clean. Even now I see
My children tending the flocks hitherward.
Ha! what is this? are your Sicinnian measures
Even now the same, as when with dance and song
You brought young Bacchus to Althaca's hails?

CHORUS OF SATYRS

Strophe
Where has he of race divine

Wandered in the winding rocks?
Here the air is calm and fine

For the father of the flocks;
Here the grass is soft and sweet,
And the river-eddies meet
In the trough beside the cave,
Bright as in their fountain wave.-

« ПретходнаНастави »