Слике страница
PDF
ePub

sic quom

cubilis sol etiam latens

post vela rubris texta vaporibus

os fulcit eois fretorum,

Tartareus rapit agmen umbras

exsangue carcer : quaeque suum petunt

vinctae sepulcrum, nec croceae choros

luna sub arridente nectunt

noctis equos famulae sequentes.

ast ecce Natum composuit sinu

felice Virgo; iam numeros decet

finire longos: ecce leves

qua minima nitet aethra currus

iam stella iunxit, fax domini torum

ministra servans, dum stabulum tuens regale caelestum sub armis

prompta cohors operae refulget.

ODE.

INTIMATIONS OF IMMORTALITY FROM RECOLLECTIONS

OF EARLY CHILDHOOD.

THERE was a time when meadow, grove, and stream, The earth, and every common sight,

To me did seem

Apparelled in celestial light,
The glory and the freshness of a dream.
It is not now as it hath been of yore;

Turn wheresoe’er I may,

By night or day, The things which I have seen I now can see no more. ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ.

ήν χρόνος είτε νάπαι και πίσεα και ρυτόν ύδωρ

Ον

και χθονός όσσα τύχοιμι συνήθεά περ ποτιλεύσσων φέγγος εφαίνετ' έμοιγε διόσδoτον αμφιέσασθαι, θεσπεσίην ακτίνα ποταίνιον ώσπερ ονείρου αλλ' & τότ' ήν έστ' ουκέτ' εγώ γαρ όπου κε τράπωμαι ούθ ορόω νύκτωρ τα πρίν είσοδον ούτε μετ' ήμαρ.

TEO

ακτινα ποταινιον ωσ

[ocr errors]

II.

The Rainbow comes and goes,
And lovely is the Rose,

The Moon doth with delight
Look round her when the heavens are bare,

Waters on a starry night

Are beautiful and fair ;
The sunshine is a glorious birth ;

But yet I know, where'er I go,
That there hath past away a glory from the earth.

III.

Now while the birds thus sing a joyous song,
And while the young lambs bound

As to the tabor's sound,
To me alone there came a thought of grief:
A timely utterance gave that thought relief,

And I again am strong:
The cataracts blow their trumpets from the steep;
No more shall grief of mine the season wrong;
I hear the Echoes through the mountains throng,
The Winds come to me from the fields of sleep,

[ocr errors]
[ocr errors]

έρχεαι ως πάρος, Ιρι, και ούχεαι: ηδυ δε λάμπει όμμα ρόδου, χαίρει δε περισκοπέουσα σελήνη ουρανόν ευτακάλυπτος υπερράγη άσπετος αιθήρ: μερόεν δέ τι νυκτός υπαι πόλη αστερόεντι νάματα μαρμαίρει, μάλα τ' ηλίου αγλαομειδές όρνυμένοιο πρόσωπον εγώ δέ τοι οι κεν αλώμαι έσθη και τι δη χθονός οίδα παναίολον εξαπολωλός.

νύν δ', ότε πας όρνις φιλόφρον μέλος ώδε μελίζει, εύτ' άρνες σκαίρουσι νεότροφοι οίον υπ' αυλών, μούνω επήλθεν έμοιγέ τι πένθιμον· αλλ' επικαίρως εξειπων τόδ' έλυσα και έρρωσμαι πάλιν ήδη. σαλπίζουσι μέν υψόθ' απ' ήλιβάτoιο φάραγγος ρηγνύμενοι χείμαρροιεγώ δέ τοι αίσιoν ώραν ουκέτ' άχει μιανώ δια γαρ πτύχας άρθεν ορεινάς 'Ηχούς μυριόφωνον επιρροθέει κελάδημα, λειμώνων τέ μοι ύπνου αποπνείουσιν αύτμαι .

[ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]

Τα κ

« ПретходнаНастави »