Слике страница

And all the earth is gay;

Land and sea
Give themselves up to jollity,

And with the heart of May
Doth every beast keep holiday ;-

Thou Child of Joy,
Shout round me, let me hear thy shouts, thou

happy Shepherd-boy!


Ye blessed Creatures, I have heard the call

Ye to each other make; I see
The heavens laugh with you in your jubilee ;
My heart is at your festival,

My head hath its coronal,
The fulness of your bliss, I feel—I feel it all.

Oh evil day! if I were sullen
While Earth herself is adorning,

This sweet May-morning,
And the Children are culling

On every side,
In a thousand valleys far and wide,

Fresh flowers; while the sun shines warm, And the Babe leaps up on his Mother's arm :


[ocr errors]
[ocr errors]
[ocr errors]



χθών τε γέγηθεν άπασα, φιλοφροσύνησί τ' ανείται πόντος ομού και γαία, θέρει τε συν ήπιοθύμω πάνθ' άμ' εορτάζοντα συνήδεται έθνεα θηρών: Ευφροσύνη φίλε κούρε, συ δ' αμφί μοι αίρε βουτύν, οιοπόλ', ως ολόλυγμα τορώς σέθεν, όλβ', ακούω.

έκλυον, ου με παρήλθε, μακάρτατοι, οία θρoείτε αντίτυπ' αλλήλοις, ίδον ανθεστήριαγόντων αιθέρ' υπερθε γελώντα, πάρειμι δε καυτός εορτή όσσον ομοφρονέειν γε, κόμας τ' ανέδησα και αυτός μυρί ίαινόμενος μετά μυρίίαινομένοισιν. ή μάλα κεν πελοι ήμαρ αναίσιον ει σκυθρός είην νυν εγώ ευτήώθι θέρους γλυκυμειλίχου ώρη γαϊα μεν αγλαΐην περιβάλλεται, εν δε νάπησιν άνθε αναρίθμοισιν εερσήεντα δρέπονται παιδες εκάς τε πέλας τε, φίλον το επιδέδρομεν είλης



καυμα, βρέφος τ' ανάθρωσκει εν αγκαλίδεσσι τεκούσης:



I hear, I hear, with joy I hear !

—But there's a Tree, of many, one, A single Field which I have looked upon, Both of them speak of something that is gone:

The pansy at my feet

Doth the same tale repeat: Whither is spread the visionary gleam ? Where is it now, the glory and the dream ?

Our birth is but a sleep and a forgetting :
The Soul that rises with us, our life's Star,

Hath had elsewhere its setting,

And cometh from afar :
Not in entire forgetfulness,

And not in utter nakedness,
But trailing clouds of glory do we come

From God, who is our home :

Heaven lies about us in our infancy !

η τάδ' ακήκο', ακήκο, ευφράνθην δέ τ' ακούων.

[ocr errors]

αλλά γαρ εκ πολλών μεμέληκέ μοι εν γέ τι δένδρον

είς αγρός, ώ τ' άμφω μεν επέδρακον εισορόων δε

υιδά τι και ποθέων: το δε παρ ποσί ταυτόν υπείπε

λευκόϊον» που δη φάσμαγλαόν εκπεπόταται;

που κ' έτι μαρμαρόεντος ιδοίμεθα φέγγος ονείρου;

κωμα μόνον λήθη τε βροτών γένος: η δε συν ημίν ψυχή γιγνομένοισιν ανέσχεθε, μόρσιμος αστήρ,

άλλοθι που καταδύσ' έκαθεν ποθεν εξανέτειλεν.

ουκ άρα δή πάντων γε λελασμένοι, ουκ άρα γυμνοί

πάντη γ, αλλ' αίγλην τιν' εφελκόμενοι νεφελάων

[ocr errors]

δώμα πατρός προλιπόντες ικάνομεν αθανάτοιο. αμφί βρέφος νεαρόν τέταται φάος ουρανιώνων:

[ocr errors]

Shades of the prison-house begin to close

Upon the growing Boy,
But He beholds the light, and whence it flows

He sees it in his joy;
The Youth, who daily farther from the east

Must travel, still is Nature's Priest,
And by the vision splendid

Is on his way attended :
At length the Man perceives it die away,
And fade into the light of common day.


Earth fills her lap with pleasures of her own : Yearnings she hath in her own natural kind, And even with something of a Mother's mind,

And no unworthy aim,

The homely Nurse doth all she can To make her Foster-child, her Inmate Man,

Forget the glories he hath known, And that imperial palace whence he came.

« ПретходнаНастави »