Слике страница

Thou little Child, yet glorious in the might
Of heaven-born freedom on thy being's height,
Why with such earnest pains dost thou provoke
The years to bring the inevitable yoke,
Thus blindly with thy blessedness at strife ?
Full soon thy Soul shall have her earthly freight,
And custom lie upon thee with a weight,
Heavy as frost, and deep almost as life!


O joy! that in our embers
Is something that doth live,
That nature yet remembers

What was so fugitive!
The thought of our past years in me doth breed
Perpetual benediction; not indeed
For that which is most worthy to be blest ;
Delight and liberty, the simple creed
Of Childhood, whether busy or at rest,
With new-fledged hope still fluttering in his breast :-

παιδίον, ισχύϊ θάλλον ελευθερίης θεοφάντω

ζωής έν κορυφήσι, τι δη χρόνον ώδε σ' ανάγκης

ένζεύξαι σπεύδων κέλεαι σπεύδοντα και αυτόν,

δε μάτην σης αυτός ευτυχίας πολεμίζων; δέξεαι ως ναύτης φρεση μόρσιμον αυτίκα φόρτον, και το νομιζόμενόν σοι επέσσεται, άχθεί βρίθον ως παγετός, ζωής δ' όσον ουχ υπό βένθεα δύνoν.

ώ βροτοί ευτυχέες, των εν φρεσί δαιμονίη φλός ουδέ καταψυχθείσα περ έφθιται, αλλά πέφυκεν ές βραχύ παρμείνασα μακρόν πόθον εγκαταθείναι. ή θεόν ευλογίησιν επoίχομαι, είτε βίοιο



του πριν έχω μνήμην" ου μην τόσον είνεκα κείνων

ών τις έμελλε μάλιστ', ου τέρψιος αυτονόμοιο,
ουδε νόου παίδων ευηθέος οις φιλοέργους
είταργούς κέαρ ελπίς υπόπτερος άρτι πατάσσει

ur 1

Nor for these I raise
The song of thanks and praise ;
But for those obstinate questionings
Of sense and outward things,
Fallings from us, vanishings ;

Blank misgivings of a creature
Moving about in worlds not realised,
High instincts before which our mortal Nature
Did tremble like a guilty thing surprised :

But for those first affections,

Those shadowy recollections,
Which, be they what they may,
Are yet the fountain light of all our day,
Are yet a master light of all our seeing ;

Uphold us, cherish, and have power to make
Our noisy years seem moments in the being
Of the eternal Silence : truths that wake,

To perish never : Which neither listlessness, nor mad endeavour,

[ocr errors]
[ocr errors]


[ocr errors]
[ocr errors]


[ocr errors]



[ocr errors]

ου δια κείν' ανέβη παιάν έμος αλλ' επί τούτοις, oύνεκ', όσαισθήσει τις φράζεται, ουκ αποκάμνει ταυτ' ες έλεγχον άγων, κει κάρτα πεφυκόταπορρείν πριν καταληφθήναι φρούδ' οίχεται ούνεκά θ' αυτό πας τις άπιστος αλάται αμήχανος, αμφιπολεύων ληπτα μεν ου περίληπτα δ', ανήρ τ' επί θεία προβαίνων δαιμόνιόν τι πέπoνθε, παθών δ' άρα δείματι φρίσσει ώσθ' ότε τις φωράται ατασθαλίης επιχειρών ταυτάγαμαι και τούτό γ, οθούνεκα γιγνομένοισιν ευθύς έρως τις αμαύρ' υπομιμνήσκων ενυπάρχει, ών ασαφής τίς άρ' εστί, φάους δ' ούν όσσον δρώμεν άρχων τ' όρνυμένου και όρωρότος ηγεμονεύων: ός θ' ημάς ανέχει τε τροφής ταγανήσιν ατάλλει και δύναται τόσον ώστε βροτών αιώνα φανήναι αθανάτων βιότοιο μέρος τι βράχιστον εόντα, ευφήμου κελαδεινόν, εφήμερον αλλήκτοιο τοιος έρως ιδέας αψευδέας αιέν εόντων έν φρεσίν ουκέτ' έπειτ' αφανιζομένας άναφαίνει και τόνδ' ουκ αμέλει, ουκ οίστροδόνητος εφορμή,


[ocr errors]
[ocr errors]


[ocr errors]
[ocr errors]


L season

Nor Man nor Boy,
Nor all that is at enmity with joy,
Can utterly abolish or destroy!

Hence in a season of calm weather

Though inland far we be,
Our Souls have sight of that immortal sea

Which brought us hither,

Can in a moment travel thither, And see the Children sport upon the shore, And hear the mighty waters rolling evermore.

Then sing, ye Birds, sing, sing a joyous song!

And let the young Lambs bound

As to the tabor's sound!
We in thought will join your throng,

Ye that pipe and ye that play,
Ye that through your hearts to-day
Feel the gladness of the May!

[ocr errors]
« ПретходнаНастави »