Слике страница



urs :

No, no—I will not say it-I will go!
Father, I choose! I will not take a heaven
Haunted by shrieks of far-off misery.
This deed and I have ripened with the hours :
It is a part of me-a wakened thought
That, rising like a giant, masters me,
And grows into a doom. O mother life,
That seemed to nourish me so tenderly,
Even in the womb you vowed me to the fire,
Hung on my soul the burden of men's hopes,
And pledged me to redeem.—I'll pay the debt!
You gave me strength that I should pour it all


Φ. μη δήτ' ερω τόδ' ούποτ' άλλ' άμ' έψομαι.

πάτερ, δεδοκται μηδ' ίση ζώην θεούς
φρίσσουσα κωκυτοίσιν εκτόπου δύης.
έμοί γαρ έργον συντρόφως τόδ' ήκμασεν
ως συμπεφυκός ου μέλημ' εγρηγορος
γίγας τις ώς πάνταρχον αίρεται φρενών,
δίκην ανάγκης βρίθον· ώ ζωής γάνος
μητρώον, ώ δόξασα μ' ήπίως τρέφειν,
κάν γαστρί μ' ούσαν πυρ άρ' ώρισας περάν,
ψυχής δ' απαρτώσ' ελπίδας πολλών μιας
τελεϊν κατηγγύησας ώσπερ ούν τελώ.
σθένος γαρ ει μοι δουσίν' έγχέαιμι πάν

can never




[ocr errors]



Into this anguish. I can never shrink
Back into bliss—my heart has grown too big
With things that might be. Father, I will go.
O Father, will the women of our tribe
Suffer as I do in the years to come
When you have made them great in Africa ?
Redeemed from ignorant ills only to feel
A conscious woe? Then—is it worth the pains ?
Were it not better when we reach that shore
To raise a funeral pile and perish all ?
So closing up a myriad avenues
To misery yet unwrought? My soul is faint-
Will these sharp pains buy any certain good ?

Zarca. Nay, never falter: no great deed is done
By falterers who wish for certainty.
No good is certain, but the steadfast mind,
The undivided will to seek the good :
The greatest gift the hero leaves his race,
Is to have been a hero.





[ocr errors]
[ocr errors]


[ocr errors]
[ocr errors]


[ocr errors]
[ocr errors]

εις τήνδ' ανίαν ουδ' αν είς στενής χαράς
θυμόν κατισχνάναιμ' έτ' έξωγκωμένον
έρωτα του μελλοντος έψομαι, πάτερ.
ή χατέραις, γεννήτορ, εμφύλων μένει
έμοις ίσαντλεϊν και μεταύθις άλγεσιν,
έδρών κρατούσαις, σην δόσιν, Λιβυστικών και
εξ αγνοουσών ή ξυνειδυίαις τρέφειν
λύπας πάρεσται και κατα δράν προύργου τάδε;
ου κρείσσον ακτών εγμένοις Λιβυστικήν
κοινή πυράν νήσασιν έξολωλέναι,
αναρίθμους είρξασι προσβολές κακών
μήπω φανέντων και φεύ- φρέν ως βαρύνομαι

μών κέρδος ώδες έμπολα πικρά σαφές ; Ξ. μή νυν οκνησης μηδέν ως όσοι σαφή

ποθούντες οκνούσ' ουδεν αίρονται μέγα. σαφές γαρ αγαθόν φρών ακίνητος μόνον, σπουδή τ' ακραιφνής ταγάθ' εξιχνοσκοπεϊν. λείπει δ' ο δράσας λαμπρά τους εμφυλίοις τούτ' αυτό λωστον, λαμπρά και δεδρακέναι.

[ocr errors]



[ocr errors]


[ocr errors]
[ocr errors]



[ocr errors]

Dost thou look back ?

Dost thou look back on what hath been,

As some divinely-gifted man,

Whose life in low estate began And on a simple village green ;

Who breaks his birth’s invidious bar,

And grasps the skirts of happy chance,

And breasts the blows of circumstance, And grapples with his evil star :

Who makes by force his merit known,

And lives to clutch the golden keys,

To mould a mighty state's decrees, And shape the whisper of the throne :


« ПретходнаНастави »